H Τζούλια Αλεξανδράτου επέστρεψε! Αυτή είναι η ιστορία της

Το comeback της Τζούλιας Αλεξανδράτου είναι γεγονός. Το μοντέλο και πρώην πορνοστάρ εμφανίστηκε στην Εβδομάδα Μόδας της Αθήνας και περπάτησε στην πασαρέλα για τον οίκο μόδας Νίκος – Τάκης φορώντας μία see through τουαλέτα. Γεγονός που μας έκανε να σκαλίσουμε το παρελθόν της. Παρακάτω το στόρι που παρουσίασε το περιοδικό DownTown.

«Στη δουλειά μου είμαι σταρ. Βγάζω αυτό που θέλει ο κόσμος. Ο κόσμος θέλει τον μύθο». H Τζούλια Αλεξανδράτου, το απόλυτο supernova της ελληνικής showbiz, επέστρεψε λίγο προτού κλείσει τα 31 της χρόνια, για να επιβεβαιώσει θριαμβευτικά ότι ο κόσμος δεν θέλει μόνο τον μύθο, αλλά περισσότερο την κατάρριψή του. Ας δούμε τι έχει συμβεί στη ζωή της μέχρι σήμερα:

H μικρή Barbie στον καθρέφτη

Βγάζει τις ροζ πουέντ και καρφώνει το βλέμμα της στον πελώριο καθρέφτη. Στέκεται για ώρα εκεί, χωρίς να βλέπει ή να ακούει τις υπόλοιπες μικρές μπαλαρίνες που εγκαταλείπουν γελώντας δυνατά την αίθουσα στη Σχολή Μπαλέτου της Μαρίας Ιωαννίδου.

Δεν της αρέσει να χαζεύει το παιδικό τους χαμόγελο –αυτή δεν έχει το ίδιο– ούτε και να ακούει τα σχέδιά τους για παιχνίδια ανεμελιάς – αυτή δεν προλαβαίνει ποτέ να παίξει. Είναι άλλωστε πιο όμορφη από τις κούκλες. Η μαμά της της λέει να βιαστεί. Έχουν, λέει, γύρισμα. Και το γύρισμα απαιτεί χρόνο. Και ο χρόνος είναι χρήμα…

Η μικρή μπαλαρίνα δεν κουνιέται. Από πείσμα, από βαρεμάρα, από διαίσθηση, από καπρίτσιο ή απλώς από απέχθεια για το παιχνίδι του modeling, παραμένει ακίνητη μπροστά στον πελώριο καθρέφτη. Η μαμά φωνάζει, ο μπαμπάς κορνάρει, η σκάουτερ μοντέλων περιμένει˙ το ίδιο και η δόξα, η φήμη και τα λεφτά. Ανακατεύει με λύσσα τα ξανθά της μαλλιά, κάνει γκριμάτσες για να γίνει άσχημη, αποκρουστική. Δεν τα καταφέρνει.

Η ομορφιά της καλύπτει τα πάντα. Ακόμη και τα «θέλω» της μικροσκοπικής της ψυχής…

Από τη λεωφόρο του modeling στο αδιέξοδο της δόξας

Τώρα ανεβαίνει τη μεγάλη σκάλα του πρακτορείου μοντέλων όπου «εργάζεται». Τα βήματά της, αργά, συρτά, απαλλαγμένα από την ταχύτητα και την ατσαλοσύνη του πεντάχρονου εαυτού της. Κάθεται πάλι μπροστά από έναν μεγάλο καθρέφτη περικυκλωμένη από «υπηρέτες του θαυμαστού κόσμου της ομορφιάς».

Τη χτενίζουν, τη βάφουν, την ντύνουν, την κολακεύουν, τη χαζεύουν, την αποθεώνουν. Εκείνη νιώθει να την κοροϊδεύουν, να τη χλευάζουν, να της μπήγουν άτσαλα στο πρόσωπο και το κορμί «φτιασίδια» που ποτέ δεν θα επέλεγε. Πόσο χαρούμενη θα ήταν αν είχε τη δύναμη να πασαλείψει άτσαλα στο πρόσωπό της αυτό το κατακόκκινο παράταιρο κραγιόν.

Να τρίψει δυνατά τη μαύρη μάσκαρα, ν’ απλώσει όλο το ρουζ στα μάγουλά της, να σκίσει τ’ ακριβά της ρούχα και να τρέξει έξω να παίξει, να γελάσει, να κάνει φίλες… Όχι. Δεν γίνεται. Δεν μπορεί.

Είναι ακόμη μικρή. Και ως μικρή, είναι υποτελής στις επιθυμίες των μεγάλων: στα όνειρα της μαμάς Άλισον που θέλει να δει την κούκλα κόρη της στις illustration σελίδες των περιοδικών και στη «σύμφωνη γνώμη» του μπαμπά Ζήσιμου που δεν χαλάει χατίρι στη μαμά.

Για εκείνους, η κόρη τους γεννήθηκε μ’ ένα δώρο Θεού τόσο μεγάλο που κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Τα χρόνια περνούν και το modeling αποτελεί την καθημερινότητα της πανέμορφης μικρής με τα ξανθά μαλλιά και τα γαλάζια μάτια. Κανείς δεν νιώθει τη μελαγχολία της, κανείς δεν κοιτάζει τα θλιμμένα της μάτια, κανείς δεν συναισθάνεται την πίεση μέσα στην εφηβική της πλέον ψυχή.

Κανείς. Ούτε και η ίδια πια. Σαν κούκλα, φουσκωτή, μηχανική, άψυχη, αλλάζει πρόσωπα, στιλ και διαθέσεις κάτω από τις προσταγές «ειδικών» που θέλουν μόνο «το καλό της».

«Τρύφωνα, ντρέπομαι!»

Λίγο πριν κλείσει τα δεκαέξι της χρόνια, η ομορφιά της είναι πλέον σχεδόν εξωπραγματική, με τις προτάσεις για πασαρέλες και φωτογραφίσεις να διαδέχονται η μία την άλλη. Σε κάποια από αυτές, ο διάσημος τότε hair stylist Τρύφωνας Σαμαράς την καλεί να φωτογραφηθεί για το προσωπικό του ημερολόγιο.

Κάποια στιγμή αφήνει στα χέρια της ένα μικροσκοπικό μπικίνι, προτείνοντάς της να το φορέσει για τις ανάγκες της φωτογράφισης. Η κούκλα, για πρώτη ίσως φορά στη ζωή της, δακρύζει. Είναι ακόμη ζωντανή και, παρά την εκρηκτική της εμφάνιση, ένα παιδί που ψελλίζει: «Τρύφωνα, σε παρακαλώ, μη μου το κάνεις αυτό… Ντρέπομαι!»

Ο Σαμαράς την καταλαβαίνει. Παρότι η μικρή καλλονή έχει ήδη στεφθεί Miss Young στα καλλιστεία του ANT1, δεν παύει να είναι παιδί. Ένα παιδί σαν όλα τ’ άλλα παιδιά και φοβάται και κλαίει και ντρέπεται πολύ…

Μια γκριμάτσα για το στέμμα

Για τους μεγάλους η Τζούλια είναι άλλωστε μια «χύτρα ταχύτητας» δόξας, επιτυχίας και άπλετου χρήματος. Τέσσερα χρόνια μετά, η «χύτρα ταχύτητας» στέκει και πάλι επάνω σε μια πασαρέλα κοιτάζοντας κατάμουτρα ολόκληρη την Ελλάδα.

Αυτή δεν είναι μια ακόμη πασαρέλα, αλλά η «χρυσή πίστα» των καλλιστείων των ANT1, που μπορεί να εξασφαλίσει στη Σταρ Ελλάς 2006 τη διαδρομή προς το όνειρο. Η Τζούλια, ωστόσο, τη στιγμή εκείνη βλέπει εφιάλτη. Γι’ αυτό και καμουφλαρισμένη πίσω από την εικόνα μιας fake αυτοπεποίθησης και μιας πρωτόγνωρης σιγουριάς, αρνείται να χαμογελάσει, βγάζοντας ταυτόχρονα γλώσσα στους κριτές και σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Ενώ είναι το αδιαμφισβήτητο φαβορί, βαθιά μέσα της θέλει να χάσει από μια λιγότερο όμορφη. Τον τρόπο τον γνωρίζει καλά. Λίγο τουπέ, πολλή ξινίλα και μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας αρκούν για να παραδώσει την πρώτη θέση στην Ολυμπία Χοψονίδου και να καταγραφεί στη συνείδηση του μέσου τηλεθεατή ως ένα αντιπαθητικό πλάσμα που δεν αξίζει το βλέμμα και το χειροκρότημά του. «Τη μόνη φορά που έκανα κακό στον εαυτό μου ήταν στα καλλιστεία, όταν έφτασα στην ανορεξία.

Ζούσα με ένα μήλο την ημέρα. Δεν καταλάβαινα ότι ακροβατούσα ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Έφτασα στο τσακ…» θα παραδεχτεί πολύ μετά, τον Φεβρουάριο του 2010, σε συνέντευξή της στο DownTown.

Στα χρόνια που ακολουθούν, η προσπάθεια αποδόμησης που η ίδια πλάθει για τον εαυτό της στέφεται με απόλυτη επιτυχία: ασήμαντες δουλειές, μεγάλες απορρίψεις, πολύ γυμνό και ασύλληπτες δηλώσεις δείχνουν ότι η «χύτρα ταχύτητας» που ακούει στο όνομα Τζούλια Αλεξανδράτου είναι έτοιμη να εκραγεί.

«Στόχος είναι τα λεφτά…»

Η Τζούλια πλέον «πουλιέται» αδρά. Τη στιγμή που η ταρίφα πρωτοκλασάτων μοντέλων για επιδείξεις μόδας δεν ξεπερνά τις 2.500 ευρώ, εκείνη απαιτεί από τους σχεδιαστές που της προτείνουν να βαδίσει στην πασαρέλα τους πάνω από 4.000 ευρώ, ενώ τα ποσά που ζητάει από εκδότες πρωτοκλασάτων περιοδικών για «ένα μόνο εξώφυλλο» και «λίγα λόγια» χαρακτηρίζονται εξωφρενικά και πρωτοφανή για την ελληνική αγορά.

Δεν την αφορά. Στόχος της είναι άλλωστε αυτό που τη δίδαξαν οι γονείς της από τότε που ήταν ακόμη παιδί: τα λεφτά.

Την παραπάνω διδαχή, που έχει πλέον γίνει κάτι σαν δεύτερη φύση της, δεν έχει κανένα πρόβλημα να την παραδεχτεί μέσα από ατάκες του τύπου: «Δεν έχω κάνει βίζιτες, γιατί τα λεφτά που ζητάω δεν τα δίνει ούτε ο πλουσιότερος άνδρας στη γη… Με τα λεφτά έχω ψυχοπάθεια», καθώς και με την ηχογράφηση του σημειολογικού για την ίδια τραγουδιού Στόχος Είναι τα Λεφτά, για τις ανάγκες της ταινίας του Νίκου Περάκη Ψυχραιμία.

«Αγάπη μου, είσαι θεά!»

Τώρα πλέον, ένα χρόνο μετά τα καλλιστεία, πίσω από την ξανθιά καλλονή στέκει ως manager ο Ηλίας Ψινάκης, με εκείνη να υποδύεται την απρόσιτη ντίβα κι εκείνον να την εμψυχώνει όπου σταθούν κι όπου βρεθούν με το αξέχαστο «Αγάπη μου, είσαι θέα!»

Η Τζούλια το ξέρει. Της το έλεγαν όλοι από τότε που γεννήθηκε. Η Τζούλια, όμως, δεν θέλει να είναι θεά. Ο διάβολος, που οι δικοί της της έλεγαν ότι δεν μπορεί να αναχαιτίσει την πορεία της προς την απόλυτη δόξα, είναι εδώ. Όχι δίπλα της. Μέσα της… Και κάπως έτσι, πιάνοντάς τον αγκαζέ, προσγειώνεται τον Σεπτέμβριο του 2008 ως κυριλέ στριπτιζέζ στην πίστα γνωστού σκυλάδικου των Αθηνών.

Από τα χέρια του Ηλία Πανταζόπουλου, ο οποίος αδυνατεί να χειριστεί την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της, περνάει σε εκείνα του τότε έρωτά της και μπάρμαν Μισέλ Παγοσιάν, για να καταλήξει σ’ αυτά του Γιάννη Αρμουτίδη και του Μένιου Φουρθιώτη.

Κι εκεί ακριβώς σταματά να «πουλιέται» αδρά για να «ξεπουληθεί» ψυχή τε και σώματι: βάφει τα μαλλιά της λευκά, φοράει άσπρο κραγιόν, ροζ βλεφαρίδες, ιλιγγιώδες μίνι και με τη στάση της δηλώνει πως τώρα πια δεν έχει τίποτα να κρύψει.

Στην κορυφή της κατηφόρας

Τα ξενύχτια, τα καπρίτσια, τα παραληρήματα, το trash και το κιτς συνθέτουν την εικόνα της αλλοτινής θεάς που φέρνει περισσότερο σε κλόουν που αδυνατείς να αντικρίσεις. Όχι επειδή φοβάσαι, αλλά επειδή λυπάσαι. Είναι Οκτώβριος του 2009 όταν πουλά στο DownTown τις φωτογραφίες της μέσα από το χειρουργείο όπου υποβάλλεται σε αυξητική στήθους, δηλώνοντας με νόημα: «Αν και μου άρεσε πολύ το στήθος μου πριν, έπρεπε να το αυξήσω για τις ανάγκες της νέας μου ταινίας…»

Λίγους μήνες μετά, οι φήμες ότι η Τζούλια πρόκειται να πρωταγωνιστήσει σε ταινία σκληρού πορνό κυκλοφορούν σε ολόκληρη την Αθήνα, με εκείνη ωστόσο να υποστηρίζει πως «δεν υπάρχει κανένα βίντεο». Κάποιοι την πιστεύουν. Η Τζούλια, λένε, δεν μπορεί να είναι τόσο αυτοκαταστροφική.

Κι όμως, η Τζούλια είναι τόσο αυτοκαταστροφική. Την περίοδο εκείνη, ο μπαμπάς της κάνει λόγο για μια θεραπεία την οποία η Τζούλια πρέπει να ακολουθήσει. «Ο πατέρας μου είναι ακραίος. Δεν υπάρχει καμία θεραπεία. Στη φαντασία του προσπαθεί να με σώσει από κάτι» απάντα εκείνη μέσω του DownTown.

Ποιος έφταιξε για τη δυστυχία της;

Μέσα στο σπίτι της στην Εκάλη, κάτω από τους τροχούς του Hummer της και πίσω από τις παχυλές τραπεζικές της καταθέσεις, δεν κρύβεται τίποτε παραπάνω από ένα δυστυχισμένο πλάσμα που έχει ως μοναδικό μέλημα να καταστρέψει τον ίδιο του τον εαυτό. Εκείνο τον μικροσκοπικό εαυτό που κανείς δεν άκουσε τη στιγμή που έπρεπε, μετατρέποντάς τον σε ένα τέρας που ρουφάει ευτυχία μόνο όταν ξεσκίζει τις ίδιες του τις σάρκες.

Λίγο πριν και κατά το διάστημα της κυκλοφορίας του πορνό DVD που οδηγεί ολόκληρη την Ελλάδα στα περίπτερα, η Τζούλια πλακώνεται live με τον τότε σύντροφό της Χρήστο Ψωμόπουλο, αλληλομηνύεται με την οικογένειά της, διανυκτερεύει σε αστυνομικά τμήματα, οργώνει την επαρχία για «αρπαχτές», εγκαινιάζει sex shop και πολυτελή οίκο ανοχής στη Λάρισα, περνάει με αμφίεση πόρνης την πόρτα του Πολεμικού Μουσείου αγκαλιά με τον γιο γνωστού πολιτικού και δηλώνει με γερές δόσεις εκδικητικότητας τη μεγαλύτερη και μοναδική ίσως αλήθεια της: «Μπαμπά, εσείς με βάλατε σε αυτήν τη δουλειά από τα πέντε μου χρόνια!»

Ποιος είχε τελικά την ευθύνη; Οι λάθος επιλογές της; Οι λούμπεν «φίλοι»; Οι ακατάλληλοι έρωτες; Οι κακές συναναστροφές; Η αυτοκαταστροφική της τάση; Το παιδί που δεν είχε τη δύναμη να σπάσει χίλια κομμάτια τον καθρέφτη που τόσο επιτακτικά την ανάγκασαν να κοιτάζει; Ή οι μεγάλοι που στάθηκαν πολύ «μικροί» για να την καταλάβουν και να την αγαπήσουν αληθινά;

She is back…

Η Τζούλια χάνεται, έτσι όπως ακριβώς επιθυμούσε να γίνει. Κανείς δεν θέλει μια πορνοστάρ, μια «μισότρελη», μια γραφική μέσα στα πόδια του. Οι πάντες την έχουν ξεγραμμένη, με τις καλύτερες προβλέψεις να μιλούν για μια «τελειωμένη ζωή» χωρίς την παραμικρή πιθανότητα ανάκαμψης. Εκείνη, ωστόσο, έχει και πάλι αντίθετη γνώμη.

Το καλοκαίρι του 2013, ύστερα από ένα σύντομο δεσμό με τον Ελληνοαυστριακό Κρίστιαν Καρπόζηλο, παντρεύεται στο δημαρχείο της Βιέννης τον άντρα που δεν έχει κανένα πρόβλημα να κάνει σύζυγό του μια πορνοστάρ. Και φεύγει. Απ’ όλους και απ’ όλα. Όχι σαν δραπέτης, αλλά σαν κυρία, τουλάχιστον στο δικό της μυαλό. Η εικόνα της χάνεται μαζί με τον χλευασμό, την αποδοκιμασία και την απόρριψη, για να «λάμψει» ξανά στην ελληνική τηλεόραση πριν από μία εβδομάδα.

Εμφανίζεται καλεσμένη του Γρηγόρη Αρναούτογλου στο 2Night Show του ΑΝΤ1 με μαύρο μακρυμάνικο φόρεμα, κατακόκκινο κραγιόν κι εκείνο το δικό της σύμπαν που κανείς, είτε θεός είτε διάβολος, δεν μπορεί να αποκρυπτογραφήσει. Ζει, λέει, ευτυχισμένη. Μακριά από τους πικρόχολους δημοσιογράφους και τους κακούς ανθρώπους που την παρέσυραν στην κόλαση. Ο γάμος, η ξενιτιά, η αγάπη, την ωρίμασαν. Λέει κι άλλα. Πολλά.

Πως υπέστη πλύση εγκεφάλου, πως κοιτάζει τον εαυτό της και δεν αναγνωρίζει ποια ήταν, πως δεν είχε σχέση με ουσίες, πως έκανε τεράστια λάθη με τα οποία θα ζει μέχρι να πεθάνει, πως ήταν ένα πιόνι που δεν είχε τα λογικά του, πως δεν άξιζαν τα χρήματα για όλα όσα έζησε, πως απ’ το μυαλό της πέρασαν πολλά, μέχρι και η αυτοκτονία. Τώρα, λέει, δουλεύει σε κάποιο ταξιδιωτικό γραφείο, ταξιδεύει με τον σύζυγό της, νιώθει να την αγαπούν και να αγαπά…

Αλήθειες ή ψέματα; Κανείς δεν είναι ικανός να αποκωδικοποιήσει τον γρίφο της μικρής μπαλαρίνας που ήθελε να τη θαυμάζουν για όλα τα άλλα εκτός από την ασύλληπτη ομορφιά της. Η Τζούλια μπαίνει τώρα στο αυτοκίνητό της για να φύγει ξανά. Απ’ όλους και απ’ όλα.

Στη μνήμη της υπάρχει μόνο το κακό, στα «θέλω» της μόνο η ησυχία –ίσως κι ένα παιδί– και στη ζωή της κάποιος που επιτέλους την αγαπά. Γύρω της πλέον απόλυτη σιωπή, απ’ όλους όσοι τη λάτρεψαν, τη χλεύασαν, τη μίσησαν, τη ζήλεψαν και την εκμεταλλεύτηκαν βαθιά.

Μόνο από τα ηχεία του «στερεοφωνικού» της κόσμου ακούγεται δυνατά εκείνο το τραγούδι της Sunny Μπαλτζή με τίτλο Ποιος Σκότωσε την Barbie και στίχους θαρρείς «κοπιαρισμένους» από τη δική της ζωή: «Μου άλλαζε χτένισμα και ρούχα τακτικά, γυαλιά, αρώματα, καπέλα και γοβάκια κι όταν βαριόταν με πετούσε από ψηλά κι είχαν βελούδο οι οροφές και τα σκαλάκια. Πονούσαν τα όνειρα, γαμ…ε η χλιδή, καλλυντικά, κήπος με θέα, σπορ αμάξι, ψεύτικοι κούκλοι μ’ επισκέπτονταν συχνά, αν ό,τι ψάχνουμε είναι αυτό, τότε εντάξει…»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s